くぐり抜ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 περνώ από μέσα, διέρχομαι
- 02 ξεπερνώ με δυσκολία, βγάζω πέρα (δυσκολίες, κινδύνους κ.λπ.), διαφεύγω (από κλοιό), καταστρατηγώ (τον νόμο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- くぐり抜ける
- Παρόν (ευγενικό)
- くぐり抜けます
- Άρνηση (απλή)
- くぐり抜けない
- Άρνηση (ευγενική)
- くぐり抜けません
- Παρελθόν (απλό)
- くぐり抜けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- くぐり抜けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- くぐり抜けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- くぐり抜けませんでした
- Τε-μορφή
- くぐり抜けて
- Δυνητική
- くぐり抜けられる
- Προστακτική
- くぐり抜けろ
- Βουλητική
- くぐり抜けよう
- Υποθετική (ば)
- くぐり抜ければ
- Υποθετική (たら)
- くぐり抜けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- くぐり抜けたい
- Απαγορευτική (~な)
- くぐり抜けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- くぐり抜けなさい
- Παθητική
- くぐり抜けられる
- Αιτιατική
- くぐり抜けさせる