くすくす
επίρρημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία χαχανίζω, σκάω στα γέλια
Παραδείγματα
-
あの子は一人でくすくす笑っています。
Αυτό το παιδί γελάει μονάχο του.
-
先生が面白い話をすると、生徒たちはくすくす笑いました。
Όταν ο δάσκαλος είπε μια αστεία ιστορία, οι μαθητές γελούσαν κάτω απ' τη μύτη τους.
-
彼女は私の髪型を見て、顔を手で覆いながらくすくす笑っていたので、少し恥ずかしくなりました。
Με κοίταξε και άρχισε να γελάει κρυφά καλύπτοντας το πρόσωπό της με το χέρι της, πράγμα που με έκανε να νιώσω λίγο άβολα.