くたばる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποτιμητικό τινάζω τα πέταλα, πέφτω ξερός, πεθαίνω, ψοφάω
  2. 02 είμαι κουρασμένος, είμαι εξαντλημένος, είμαι κομμάτια

Κλίση

Παρόν (απλό)
くたばる
Παρόν (ευγενικό)
くたばります
Άρνηση (απλή)
くたばらない
Άρνηση (ευγενική)
くたばりません
Παρελθόν (απλό)
くたばった
Παρελθόν (ευγενικό)
くたばりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
くたばらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
くたばりませんでした
Τε-μορφή
くたばって
Δυνητική
くたばれる
Προστακτική
くたばれ
Βουλητική
くたばろう
Υποθετική (ば)
くたばれば