Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
くちゃくちゃ
くちゃくちゃ
く
くちゃくちゃ
επίρρημα, επίθετο
|
Μετάφραση από
JMdict
01
ονοματοποιία
μασητικά, με ανοιχτό το στόμα, με θόρυβο
02
ονοματοποιία
τσαλακωμένος, ζαρωμένος
03
ονοματοποιία
ακατάστατος, άναρχος, απεριποίητος