くっきり

επίρρημα, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία καθαρά, ευδιάκριτα, έντονα, ανάγλυφα

Παραδείγματα

  • やまそらに、くっきりえます。

    Το βουνό φαίνεται καθαρά στον ουρανό.

  • 文字もじくっきりめるように、メガネをかけました。

    Φόρεσα γυαλιά για να μπορώ να διαβάσω τα γράμματα καθαρά.

  • かれった言葉ことばが、今でもわたしこころくっきりのこっています。

    Ακόμα και τώρα, τα λόγια που είπε μου έχουν μείνει καθαρά στο μυαλό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
くっきりする
Παρόν (ευγενικό)
くっきりします
Άρνηση (απλή)
くっきりしない
Άρνηση (ευγενική)
くっきりしません
Παρελθόν (απλό)
くっきりした
Παρελθόν (ευγενικό)
くっきりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
くっきりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
くっきりしませんでした
Τε-μορφή
くっきりして
Δυνητική
くっきりできる
Προστακτική
くっきりしろ
Βουλητική
くっきりしよう
Υποθετική (ば)
くっきりすれば