くっちゃべる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη φλυαρώ, πολυλογώ, κουτσομπολεύω (π.χ. αποκαλύπτω μυστικά)

Κλίση

Παρόν (απλό)
くっちゃべる
Παρόν (ευγενικό)
くっちゃべります
Άρνηση (απλή)
くっちゃべらない
Άρνηση (ευγενική)
くっちゃべりません
Παρελθόν (απλό)
くっちゃべった
Παρελθόν (ευγενικό)
くっちゃべりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
くっちゃべらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
くっちゃべりませんでした
Τε-μορφή
くっちゃべって
Δυνητική
くっちゃべれる
Προστακτική
くっちゃべれ
Βουλητική
くっちゃべろう
Υποθετική (ば)
くっちゃべれば