くっ付ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα προσκολλώ, κολλάω, επικολλώ
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τοποθετώ μαζί, βάζω το ένα δίπλα στο άλλο
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη συνοικεσιώ, παντρεύω (κάποιον)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- くっ付ける
- Παρόν (ευγενικό)
- くっ付けます
- Άρνηση (απλή)
- くっ付けない
- Άρνηση (ευγενική)
- くっ付けません
- Παρελθόν (απλό)
- くっ付けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- くっ付けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- くっ付けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- くっ付けませんでした
- Τε-μορφή
- くっ付けて
- Δυνητική
- くっ付けられる
- Προστακτική
- くっ付けろ
- Βουλητική
- くっ付けよう
- Υποθετική (ば)
- くっ付ければ
- Υποθετική (たら)
- くっ付けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- くっ付けたい
- Απαγορευτική (~な)
- くっ付けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- くっ付けなさい
- Παθητική
- くっ付けられる
- Αιτιατική
- くっ付けさせる