くどくど

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία κουραστικά (εξηγώ, παραπονιέμαι κ.λπ.), επαναλαμβανόμενα, επίμονα, επιτακτικά, μέχρι αηδίας, εκτενώς

Κλίση

Παρόν (απλό)
くどくどする
Παρόν (ευγενικό)
くどくどします
Άρνηση (απλή)
くどくどしない
Άρνηση (ευγενική)
くどくどしません
Παρελθόν (απλό)
くどくどした
Παρελθόν (ευγενικό)
くどくどしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
くどくどしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
くどくどしませんでした
Τε-μορφή
くどくどして
Δυνητική
くどくどできる
Προστακτική
くどくどしろ
Βουλητική
くどくどしよう
Υποθετική (ば)
くどくどすれば