くりくり
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία μεγάλος και στρογγυλός (ειδικά για μάτια), στρογγυλός και χαριτωμένος
- 02 ονοματοποιία περιστρεφόμενος, στροβιλιζόμενος, κυλιόμενος
- 03 ονοματοποιία παχουλός και στρογγυλός, εύσωμος
- 04 ονοματοποιία εντελώς ξυρισμένος (ειδικά για κεφάλι), λείος και στρογγυλός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- くりくりする
- Παρόν (ευγενικό)
- くりくりします
- Άρνηση (απλή)
- くりくりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- くりくりしません
- Παρελθόν (απλό)
- くりくりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- くりくりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- くりくりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- くりくりしませんでした
- Τε-μορφή
- くりくりして
- Δυνητική
- くりくりできる
- Προστακτική
- くりくりしろ
- Βουλητική
- くりくりしよう
- Υποθετική (ば)
- くりくりすれば
- Υποθετική (たら)
- くりくりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- くりくりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- くりくりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- くりくりしなさい
- Παθητική
- くりくりされる
- Αιτιατική
- くりくりさせる