くるっと

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία περιστρέφομαι, στριφογυρίζω, κουλουριάζομαι
  2. 02 ονοματοποιία στρογγυλός και χαριτωμένος (για παράδειγμα, μάτια)

Κλίση

Παρόν (απλό)
くるっとする
Παρόν (ευγενικό)
くるっとします
Άρνηση (απλή)
くるっとしない
Άρνηση (ευγενική)
くるっとしません
Παρελθόν (απλό)
くるっとした
Παρελθόν (ευγενικό)
くるっとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
くるっとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
くるっとしませんでした
Τε-μορφή
くるっとして
Δυνητική
くるっとできる
Προστακτική
くるっとしろ
Βουλητική
くるっとしよう
Υποθετική (ば)
くるっとすれば