ぐいぐい

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία αδίστακτα, με μεγάλη αισιοδοξία, σθεναρά, με μεγάλη σφρίγος, θετικά
  2. 02 ονοματοποιία δυνατά (στο σπρώξιμο ή στο τράβηγμα)
  3. 03 ονοματοποιία βαριά, μονορούφι (για κατανάλωση ποτού)

Παραδείγματα

  • ビールをぐいぐいむ。

    Πίνω την μπύρα μονορούφι.

  • かれわたしぐいぐいった。

    Μου τράβηξε δυνατά το χέρι.

  • 彼女かのじょ困難こんなんにもめげず、自分じぶん目標もくひょうかってぐいぐいすすんでいった。

    Ακόμα και μπροστά σε δυσκολίες, αυτή προχωρούσε σθεναρά προς τον στόχο της.

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぐいぐいする
Παρόν (ευγενικό)
ぐいぐいします
Άρνηση (απλή)
ぐいぐいしない
Άρνηση (ευγενική)
ぐいぐいしません
Παρελθόν (απλό)
ぐいぐいした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぐいぐいしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぐいぐいしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぐいぐいしませんでした
Τε-μορφή
ぐいぐいして
Δυνητική
ぐいぐいできる
Προστακτική
ぐいぐいしろ
Βουλητική
ぐいぐいしよう
Υποθετική (ば)
ぐいぐいすれば