ぐすぐす
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ρουθουνίζων, ροχαλίζων
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぐすぐすする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぐすぐすします
- Άρνηση (απλή)
- ぐすぐすしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぐすぐすしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぐすぐすした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぐすぐすしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぐすぐすしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぐすぐすしませんでした
- Τε-μορφή
- ぐすぐすして
- Δυνητική
- ぐすぐすできる
- Προστακτική
- ぐすぐすしろ
- Βουλητική
- ぐすぐすしよう
- Υποθετική (ば)
- ぐすぐすすれば
- Υποθετική (たら)
- ぐすぐすしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぐすぐすしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぐすぐすするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぐすぐすしなさい
- Παθητική
- ぐすぐすされる
- Αιτιατική
- ぐすぐすさせる