ぐっと
επίρρημα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ξαφνικά, αμέσως, μονομιάς, με μια απότομη κίνηση, με μια γουλιά
- 02 ονοματοποιία σημαντικά, πάρα πολύ, πολύ
- 03 ονοματοποιία σταθερά, με προσπάθεια, σφιχτά, ασκώντας πίεση
- 04 ονοματοποιία τελείως (π.χ. χαμένος, χωρίς ιδέα)
- 05 ονοματοποιία βαθιά (π.χ. συγκινημένος)
Παραδείγματα
-
喉が渇いたので、お水をぐっと飲みました。
Δίψασα, οπότε ήπια νερό μονομιάς.
-
彼女の話を聞いて、胸にぐっとくるものがありました。
Ακούγοντας την ιστορία της, συγκινήθηκα βαθιά.
-
長年の努力が実り、彼の会社の業績はぐっと伸びました。
Οι πολυετείς του προσπάθειες απέδωσαν καρπούς και η απόδοση της εταιρείας του βελτιώθηκε σημαντικά.