ぐにゃっと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία χαλαρά, μαλακά, υποχωρητικά, εύκολα (για λύγισμα), αβίαστα, εύκαμπτα, πολτώδη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぐにゃっとする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぐにゃっとします
- Άρνηση (απλή)
- ぐにゃっとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぐにゃっとしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぐにゃっとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぐにゃっとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぐにゃっとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぐにゃっとしませんでした
- Τε-μορφή
- ぐにゃっとして
- Δυνητική
- ぐにゃっとできる
- Προστακτική
- ぐにゃっとしろ
- Βουλητική
- ぐにゃっとしよう
- Υποθετική (ば)
- ぐにゃっとすれば
- Υποθετική (たら)
- ぐにゃっとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぐにゃっとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぐにゃっとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぐにゃっとしなさい
- Παθητική
- ぐにゃっとされる
- Αιτιατική
- ぐにゃっとさせる