ぐにゃっと

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία χαλαρά, μαλακά, υποχωρητικά, εύκολα (για λύγισμα), αβίαστα, εύκαμπτα, πολτώδη

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぐにゃっとする
Παρόν (ευγενικό)
ぐにゃっとします
Άρνηση (απλή)
ぐにゃっとしない
Άρνηση (ευγενική)
ぐにゃっとしません
Παρελθόν (απλό)
ぐにゃっとした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぐにゃっとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぐにゃっとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぐにゃっとしませんでした
Τε-μορφή
ぐにゃっとして
Δυνητική
ぐにゃっとできる
Προστακτική
ぐにゃっとしろ
Βουλητική
ぐにゃっとしよう
Υποθετική (ば)
ぐにゃっとすれば