ぐぶぐぶ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία γουλιά, ο ήχος από το ξέπλυμα του στόματος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぐぶぐぶする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぐぶぐぶします
- Άρνηση (απλή)
- ぐぶぐぶしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぐぶぐぶしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぐぶぐぶした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぐぶぐぶしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぐぶぐぶしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぐぶぐぶしませんでした
- Τε-μορφή
- ぐぶぐぶして
- Δυνητική
- ぐぶぐぶできる
- Προστακτική
- ぐぶぐぶしろ
- Βουλητική
- ぐぶぐぶしよう
- Υποθετική (ば)
- ぐぶぐぶすれば
- Υποθετική (たら)
- ぐぶぐぶしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぐぶぐぶしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぐぶぐぶするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぐぶぐぶしなさい
- Παθητική
- ぐぶぐぶされる
- Αιτιατική
- ぐぶぐぶさせる