ぐりぐり
ουσιαστικό, επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σκληρό εξόγκωμα κάτω από το δέρμα (π.χ. λιπώματα, πρησμένοι λεμφαδένες, κ.λπ.)
- 02 ονοματοποιία τρίψιμο πάνω σε κάτι, πίεση ή τρίψιμο με κυκλικές κινήσεις (π.χ. οι ώμοι κάποιου με τον αγκώνα κάποιου)
- 03 στριφογύρισμα των ματιών, γούρλωμα των ματιών, γουρλωτά μάτια
- 04 ήχος τριξίματος
Παραδείγματα
-
目をぐりぐりする。
Κουνούσα τα μάτια μου.
-
肩をぐりぐりと押されたので、少し痛かった。
Με πίεζαν και με έτριβαν στον ώμο, οπότε πονούσα λίγο.
-
医者に診てもらったら、首の下に小さなぐりぐりがあるのが分かった。
Όταν με εξέτασε ο γιατρός, ανακάλυψα ένα μικρό σκληρό εξόγκωμα κάτω από το λαιμό μου.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぐりぐりする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぐりぐりします
- Άρνηση (απλή)
- ぐりぐりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぐりぐりしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぐりぐりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぐりぐりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぐりぐりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぐりぐりしませんでした
- Τε-μορφή
- ぐりぐりして
- Δυνητική
- ぐりぐりできる
- Προστακτική
- ぐりぐりしろ
- Βουλητική
- ぐりぐりしよう
- Υποθετική (ば)
- ぐりぐりすれば
- Υποθετική (たら)
- ぐりぐりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぐりぐりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぐりぐりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぐりぐりしなさい
- Παθητική
- ぐりぐりされる
- Αιτιατική
- ぐりぐりさせる