ぐれる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παρεκτρέπομαι από τον σωστό δρόμο, ακολουθώ λάθος πορεία, βγαίνω εκτός τροχιάς, γίνομαι παραβατικός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぐれる
- Παρόν (ευγενικό)
- ぐれます
- Άρνηση (απλή)
- ぐれない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぐれません
- Παρελθόν (απλό)
- ぐれた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぐれました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぐれなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぐれませんでした
- Τε-μορφή
- ぐれて
- Δυνητική
- ぐれられる
- Προστακτική
- ぐれろ
- Βουλητική
- ぐれよう
- Υποθετική (ば)
- ぐれれば
- Υποθετική (たら)
- ぐれたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぐれたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぐれるな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぐれなさい
- Παθητική
- ぐれられる
- Αιτιατική
- ぐれさせる