ぐれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρεκτρέπομαι από τον σωστό δρόμο, ακολουθώ λάθος πορεία, βγαίνω εκτός τροχιάς, γίνομαι παραβατικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぐれる
Παρόν (ευγενικό)
ぐれます
Άρνηση (απλή)
ぐれない
Άρνηση (ευγενική)
ぐれません
Παρελθόν (απλό)
ぐれた
Παρελθόν (ευγενικό)
ぐれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぐれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぐれませんでした
Τε-μορφή
ぐれて
Δυνητική
ぐれられる
Προστακτική
ぐれろ
Βουλητική
ぐれよう
Υποθετική (ば)
ぐれれば