けじめを付つける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα θέτω όρια, διαχωρίζω με σαφήνεια, κάνω διάκριση, καθιστώ σαφή τη στάση μου
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα διευθετώ οριστικά, βάζω τέλος
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα αναλαμβάνω την ευθύνη

Κλίση

Παρόν (απλό)
けじめを付ける
Παρόν (ευγενικό)
けじめを付けます
Άρνηση (απλή)
けじめを付けない
Άρνηση (ευγενική)
けじめを付けません
Παρελθόν (απλό)
けじめを付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
けじめを付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
けじめを付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
けじめを付けませんでした
Τε-μορφή
けじめを付けて
Δυνητική
けじめを付けられる
Προστακτική
けじめを付けろ
Βουλητική
けじめを付けよう
Υποθετική (ば)
けじめを付ければ