けたたましい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαπεραστικός, οξύς, θορυβώδης, δυνατός, εκκωφαντικός, άγριος

Κλίση

Παρόν (απλό)
けたたましい
Παρόν (ευγενικό)
けたたましいです
Άρνηση (απλή)
けたたましくない
Άρνηση (ευγενική)
けたたましくないです
Παρελθόν (απλό)
けたたましかった
Παρελθόν (ευγενικό)
けたたましかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
けたたましくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
けたたましくなかったです
Τε-μορφή
けたたましくて
Υποθετική (ば)
けたたましければ