けろっと

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία τελείως, εντελώς
  2. 02 ονοματοποιία ατάραχα, λες και δεν συνέβη τίποτα

Κλίση

Παρόν (απλό)
けろっとする
Παρόν (ευγενικό)
けろっとします
Άρνηση (απλή)
けろっとしない
Άρνηση (ευγενική)
けろっとしません
Παρελθόν (απλό)
けろっとした
Παρελθόν (ευγενικό)
けろっとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
けろっとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
けろっとしませんでした
Τε-μορφή
けろっとして
Δυνητική
けろっとできる
Προστακτική
けろっとしろ
Βουλητική
けろっとしよう
Υποθετική (ば)
けろっとすれば