こい

επίθημα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίθημα πλούσιος σε, έντονος σε, γεμάτος με, πολύ, αρκετά

Κλίση

Παρόν (απλό)
こい
Παρόν (ευγενικό)
こいです
Άρνηση (απλή)
こくない
Άρνηση (ευγενική)
こくないです
Παρελθόν (απλό)
こかった
Παρελθόν (ευγενικό)
こかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
こくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
こくなかったです
Τε-μορφή
こくて
Υποθετική (ば)
こければ