こきろす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατακρίνω, απαξιώνω, κατακεραυνώνω, υβρίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
こき下ろす
Παρόν (ευγενικό)
こき下ろします
Άρνηση (απλή)
こき下ろさない
Άρνηση (ευγενική)
こき下ろしません
Παρελθόν (απλό)
こき下ろした
Παρελθόν (ευγενικό)
こき下ろしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
こき下ろさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
こき下ろしませんでした
Τε-μορφή
こき下ろして
Δυνητική
こき下ろせる
Προστακτική
こき下ろせ
Βουλητική
こき下ろそう
Υποθετική (ば)
こき下ろせば