こき使う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ξεζουμίζω κάποιον, εξαντλώ κάποιον με πολλή δουλειά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- こき使う
- Παρόν (ευγενικό)
- こき使います
- Άρνηση (απλή)
- こき使わない
- Άρνηση (ευγενική)
- こき使いません
- Παρελθόν (απλό)
- こき使った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- こき使いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- こき使わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- こき使いませんでした
- Τε-μορφή
- こき使って
- Δυνητική
- こき使える
- Προστακτική
- こき使え
- Βουλητική
- こき使おう
- Υποθετική (ば)
- こき使えば
- Υποθετική (たら)
- こき使ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- こき使いたい
- Απαγορευτική (~な)
- こき使うな
- Προστακτική (ευγενική)
- こき使いなさい
- Παθητική
- こき使われる
- Αιτιατική
- こき使わせる