こぎ着ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα προσoρμίζω, προσεγγίζω (βάρκα) σε ακτή ή προβλήτα
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα φτάνω (σε στόχο μετά από σημαντική προσπάθεια), καταλήγω σε, επιτυγχάνω (τελικά) να κάνω κάτι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- こぎ着ける
- Παρόν (ευγενικό)
- こぎ着けます
- Άρνηση (απλή)
- こぎ着けない
- Άρνηση (ευγενική)
- こぎ着けません
- Παρελθόν (απλό)
- こぎ着けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- こぎ着けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- こぎ着けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- こぎ着けませんでした
- Τε-μορφή
- こぎ着けて
- Δυνητική
- こぎ着けられる
- Προστακτική
- こぎ着けろ
- Βουλητική
- こぎ着けよう
- Υποθετική (ば)
- こぎ着ければ
- Υποθετική (たら)
- こぎ着けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- こぎ着けたい
- Απαγορευτική (~な)
- こぎ着けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- こぎ着けなさい
- Παθητική
- こぎ着けられる
- Αιτιατική
- こぎ着けさせる