こせこせ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ανήσυχα, σχολαστικά, αγωνιωδώς, ασχολούμαι υπερβολικά με ασήμαντες λεπτομέρειες
- 02 ονοματοποιία είμαι στριμωγμένος, νιώθω κλειστοφοβικά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- こせこせする
- Παρόν (ευγενικό)
- こせこせします
- Άρνηση (απλή)
- こせこせしない
- Άρνηση (ευγενική)
- こせこせしません
- Παρελθόν (απλό)
- こせこせした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- こせこせしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- こせこせしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- こせこせしませんでした
- Τε-μορφή
- こせこせして
- Δυνητική
- こせこせできる
- Προστακτική
- こせこせしろ
- Βουλητική
- こせこせしよう
- Υποθετική (ば)
- こせこせすれば
- Υποθετική (たら)
- こせこせしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- こせこせしたい
- Απαγορευτική (~な)
- こせこせするな
- Προστακτική (ευγενική)
- こせこせしなさい
- Παθητική
- こせこせされる
- Αιτιατική
- こせこせさせる