こちゃこちゃ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία συμφόρηση (πολλών μικρών πραγμάτων), ανακάτεμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
こちゃこちゃする
Παρόν (ευγενικό)
こちゃこちゃします
Άρνηση (απλή)
こちゃこちゃしない
Άρνηση (ευγενική)
こちゃこちゃしません
Παρελθόν (απλό)
こちゃこちゃした
Παρελθόν (ευγενικό)
こちゃこちゃしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
こちゃこちゃしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
こちゃこちゃしませんでした
Τε-μορφή
こちゃこちゃして
Δυνητική
こちゃこちゃできる
Προστακτική
こちゃこちゃしろ
Βουλητική
こちゃこちゃしよう
Υποθετική (ば)
こちゃこちゃすれば