こっくりこっくり
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία νυστάζω και γέρνω το κεφάλι, παίρνω υπνάκους, νυστάζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- こっくりこっくりする
- Παρόν (ευγενικό)
- こっくりこっくりします
- Άρνηση (απλή)
- こっくりこっくりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- こっくりこっくりしません
- Παρελθόν (απλό)
- こっくりこっくりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- こっくりこっくりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- こっくりこっくりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- こっくりこっくりしませんでした
- Τε-μορφή
- こっくりこっくりして
- Δυνητική
- こっくりこっくりできる
- Προστακτική
- こっくりこっくりしろ
- Βουλητική
- こっくりこっくりしよう
- Υποθετική (ば)
- こっくりこっくりすれば
- Υποθετική (たら)
- こっくりこっくりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- こっくりこっくりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- こっくりこっくりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- こっくりこっくりしなさい
- Παθητική
- こっくりこっくりされる
- Αιτιατική
- こっくりこっくりさせる