こっくり
επίρρημα, ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία κατανευάζω (συναινώντας, με έγκριση κ.λπ.)
- 02 ονοματοποιία καραδοκώ επανειλημμένα και νυστάζω
- 03 ονοματοποιία ξαφνικά (πεθαίνοντας)
- 04 ονοματοποιία βαθύς (γεύση, χρώμα κ.λπ.), πλούσιος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- こっくりする
- Παρόν (ευγενικό)
- こっくりします
- Άρνηση (απλή)
- こっくりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- こっくりしません
- Παρελθόν (απλό)
- こっくりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- こっくりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- こっくりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- こっくりしませんでした
- Τε-μορφή
- こっくりして
- Δυνητική
- こっくりできる
- Προστακτική
- こっくりしろ
- Βουλητική
- こっくりしよう
- Υποθετική (ば)
- こっくりすれば
- Υποθετική (たら)
- こっくりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- こっくりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- こっくりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- こっくりしなさい
- Παθητική
- こっくりされる
- Αιτιατική
- こっくりさせる