ことになっている

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προγραμματίζεται να (κάνω), αναμένεται να (κάνω)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ことになっている
Παρόν (ευγενικό)
ことになっています
Άρνηση (απλή)
ことになっていない
Άρνηση (ευγενική)
ことになっていません
Παρελθόν (απλό)
ことになっていた
Παρελθόν (ευγενικό)
ことになっていました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ことになっていなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ことになっていませんでした
Τε-μορφή
ことになっていて
Δυνητική
ことになっていられる
Προστακτική
ことになっていろ
Βουλητική
ことになっていよう
Υποθετική (ば)
ことになっていれば