こます

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χυδαίο φλερτάρω, κάνω σεξ, επιδίδομαι σε ερωτική προσέγγιση
  2. 02 δίνω, προσφέρω, απονέμω

Κλίση

Παρόν (απλό)
こます
Παρόν (ευγενικό)
こまします
Άρνηση (απλή)
こまさない
Άρνηση (ευγενική)
こましません
Παρελθόν (απλό)
こました
Παρελθόν (ευγενικό)
こましました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
こまさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
こましませんでした
Τε-μορφή
こまして
Δυνητική
こませる
Προστακτική
こませ
Βουλητική
こまそう
Υποθετική (ば)
こませば