こみげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναβλύζω (για δάκρυα, θυμό, χαρά κ.λπ.), πλημμυρίζω, ξεχειλίζω (συναισθήματα), με κατακλύζει ένα συναίσθημα
  2. 02 αισθάνομαι ναυτία, νιώθω αδιαθεσία

Παραδείγματα

  • なみだげる。

    Τα δάκρυα ανεβαίνουν στα μάτια μου.

  • うれしさがげて、むねがいっぱいになった。

    Η χαρά με πλημμύρισε και γέμισε την καρδιά μου.

  • 突然とつぜん悲報ひほうに、かなしみがむねげ、言葉ことばが出なかった。

    Με την ξαφνική δυσάρεστη είδηση, η θλίψη με κατέκλυσε και δεν μπόρεσα να πω λέξη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
こみ上げる
Παρόν (ευγενικό)
こみ上げます
Άρνηση (απλή)
こみ上げない
Άρνηση (ευγενική)
こみ上げません
Παρελθόν (απλό)
こみ上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
こみ上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
こみ上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
こみ上げませんでした
Τε-μορφή
こみ上げて
Δυνητική
こみ上げられる
Προστακτική
こみ上げろ
Βουλητική
こみ上げよう
Υποθετική (ば)
こみ上げれば