こんがらがる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μπλέκομαι, περιπλέκομαι, μπερδεύομαι, τα θαλασσώνω, εγκλωβίζομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- こんがらがる
- Παρόν (ευγενικό)
- こんがらがります
- Άρνηση (απλή)
- こんがらがらない
- Άρνηση (ευγενική)
- こんがらがりません
- Παρελθόν (απλό)
- こんがらがった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- こんがらがりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- こんがらがらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- こんがらがりませんでした
- Τε-μορφή
- こんがらがって
- Δυνητική
- こんがらがれる
- Προστακτική
- こんがらがれ
- Βουλητική
- こんがらがろう
- Υποθετική (ば)
- こんがらがれば
- Υποθετική (たら)
- こんがらがったら
- Επιθυμητική (~たい)
- こんがらがりたい
- Απαγορευτική (~な)
- こんがらがるな
- Προστακτική (ευγενική)
- こんがらがりなさい
- Παθητική
- こんがらがられる
- Αιτιατική
- こんがらがらせる