επίθημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντομογραφία επίθημα πράξη, σε τέτοια κατάσταση
  2. 02 επίθημα συνεργασία, αλληλεπίδραση, ανταγωνισμός, αγώνας
  3. 03 οικείο επίθημα καταληκτικό επίθημα εξοικείωσης (που ενίοτε σημαίνει μικρός)