ごつい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ογκώδης και τραχύς, μεγάλος και σκληροτράχηλος, στιβαρός (για χέρια, χαρακτηριστικά προσώπου κ.ά.), σκληρός, γεροδεμένος, χοντροκομμένος, ρωμαλέος
  2. 02 ακατέργαστος, αγροίκος, απλοϊκός
  3. 03 ακραίος, υπερβολικός, τρομερός, φοβερός

Κλίση

Παρόν (απλό)
ごつい
Παρόν (ευγενικό)
ごついです
Άρνηση (απλή)
ごつくない
Άρνηση (ευγενική)
ごつくないです
Παρελθόν (απλό)
ごつかった
Παρελθόν (ευγενικό)
ごつかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ごつくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ごつくなかったです
Τε-μορφή
ごつくて
Υποθετική (ば)
ごつければ