ごてる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γκρινιάζω, παραπονιέμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
ごてる
Παρόν (ευγενικό)
ごてます
Άρνηση (απλή)
ごてない
Άρνηση (ευγενική)
ごてません
Παρελθόν (απλό)
ごてた
Παρελθόν (ευγενικό)
ごてました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ごてなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ごてませんでした
Τε-μορφή
ごてて
Δυνητική
ごてられる
Προστακτική
ごてろ
Βουλητική
ごてよう
Υποθετική (ば)
ごてれば