ごみごみ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία άθλιος, ακατάστατος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ごみごみする
- Παρόν (ευγενικό)
- ごみごみします
- Άρνηση (απλή)
- ごみごみしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ごみごみしません
- Παρελθόν (απλό)
- ごみごみした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ごみごみしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ごみごみしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ごみごみしませんでした
- Τε-μορφή
- ごみごみして
- Δυνητική
- ごみごみできる
- Προστακτική
- ごみごみしろ
- Βουλητική
- ごみごみしよう
- Υποθετική (ば)
- ごみごみすれば
- Υποθετική (たら)
- ごみごみしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ごみごみしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ごみごみするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ごみごみしなさい
- Παθητική
- ごみごみされる
- Αιτιατική
- ごみごみさせる