ごろつく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τριγυρίζω, τεμπελιάζω, αράζω
  2. 02 κυλάω (για κάτι μεγάλο και βαρύ), τουμπάρω
  3. 03 είμαι πεταμένος (παντού), βρίσκομαι διάσπαρτος (παντού)
  4. 04 γουργουρίζω (για στομάχι), βροντάω (για κεραυνούς)
  5. 05 νιώθω ενόχληση λόγω ξένου σώματος (π.χ. στο μάτι)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ごろつく
Παρόν (ευγενικό)
ごろつきます
Άρνηση (απλή)
ごろつかない
Άρνηση (ευγενική)
ごろつきません
Παρελθόν (απλό)
ごろついた
Παρελθόν (ευγενικό)
ごろつきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ごろつかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ごろつきませんでした
Τε-μορφή
ごろついて
Δυνητική
ごろつける
Προστακτική
ごろつけ
Βουλητική
ごろつこう
Υποθετική (ば)
ごろつけば