ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 για μεγάλο διάστημα να μην έχω στείλει γράμμα ή να μην έχω επικοινωνήσει, αμέλεια (παράλειψη) να γράψω (τηλεφωνήσω, επισκεφθώ κ.λπ.), μεγάλη σιωπή

Παραδείγματα

  • ご無沙汰ごぶさたしました

    Έχω καιρό να επικοινωνήσω.

  • ご無沙汰ごぶさたしておりますが、お元気げんきですか。

    Έχουμε καιρό να τα πούμε, είστε καλά;

  • ながらくご無沙汰ごぶさたしてしまいもうわけございませんが、おわりなくおすごしでしょうか。

    Λυπάμαι πολύ που έχω καιρό να επικοινωνήσω, ελπίζω να είστε καλά και να μην έχει αλλάξει κάτι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
ご無沙汰する
Παρόν (ευγενικό)
ご無沙汰します
Άρνηση (απλή)
ご無沙汰しない
Άρνηση (ευγενική)
ご無沙汰しません
Παρελθόν (απλό)
ご無沙汰した
Παρελθόν (ευγενικό)
ご無沙汰しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ご無沙汰しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ご無沙汰しませんでした
Τε-μορφή
ご無沙汰して
Δυνητική
ご無沙汰できる
Προστακτική
ご無沙汰しろ
Βουλητική
ご無沙汰しよう
Υποθετική (ば)
ご無沙汰すれば