めいわく

ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενόχληση, αναστάτωση, ταλαιπωρία

Παραδείγματα

  • ご迷惑ごめいわくをおかけします。

    Σας προκαλώ ενόχληση.

  • おくれてご迷惑ごめいわくをおかけしました。

    Άργησα και σας ταλαιπώρησα.

  • この度このたびは、私共わたくしども不手際ふてぎわにより、多大ただいご迷惑ごめいわくをおかけしましたこと、ふかくおもうげます。

    Θα θέλαμε να ζητήσουμε τη βαθύτατη συγγνώμη μας για την τεράστια αναστάτωση που προκαλέσαμε, εξαιτίας της δικής μας αμέλειας αυτή τη φορά.