さざめく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φασαριόζος, πολύβουος, διασκεδάζω θορυβωδώς (γελώντας, φλυαρώντας, κ.λπ.)
  2. 02 τρεμοφέγγω, κυματίζω, αστράφτω, λάμπω

Κλίση

Παρόν (απλό)
さざめく
Παρόν (ευγενικό)
さざめきます
Άρνηση (απλή)
さざめかない
Άρνηση (ευγενική)
さざめきません
Παρελθόν (απλό)
さざめいた
Παρελθόν (ευγενικό)
さざめきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
さざめかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
さざめきませんでした
Τε-μορφή
さざめいて
Δυνητική
さざめける
Προστακτική
さざめけ
Βουλητική
さざめこう
Υποθετική (ば)
さざめけば