さす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες καταχωρήσεις: さす

  1. 01 αναγκάζω, βάζω κάποιον να κάνει κάτι
  2. 02 επιτρέπω, αφήνω κάποιον να κάνει κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
さす
Παρόν (ευγενικό)
さします
Άρνηση (απλή)
ささない
Άρνηση (ευγενική)
さしません
Παρελθόν (απλό)
さした
Παρελθόν (ευγενικό)
さしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ささなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
さしませんでした
Τε-μορφή
さして
Δυνητική
させる
Προστακτική
させ
Βουλητική
さそう
Υποθετική (ば)
させば