さっくり
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ελαφρά, απαλά
- 02 ονοματοποιία εύκολα (όταν κάτι σπάει ή θρυμματίζεται)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- さっくりする
- Παρόν (ευγενικό)
- さっくりします
- Άρνηση (απλή)
- さっくりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- さっくりしません
- Παρελθόν (απλό)
- さっくりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- さっくりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- さっくりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- さっくりしませんでした
- Τε-μορφή
- さっくりして
- Δυνητική
- さっくりできる
- Προστακτική
- さっくりしろ
- Βουλητική
- さっくりしよう
- Υποθετική (ば)
- さっくりすれば
- Υποθετική (たら)
- さっくりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- さっくりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- さっくりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- さっくりしなさい
- Παθητική
- さっくりされる
- Αιτιατική
- さっくりさせる