さっぱり
επίρρημα, ρήμα, επίθετο | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία νιώθω αναζωογονημένος, νιώθω ανακουφισμένος
- 02 τακτοποιημένος, ευπρεπής, καθαρός
- 03 ειλικρινής, ανοιχτόκαρδος, απλός, λιτός, ανάλαφρος
- 04 τελείως, εντελώς
- 05 καθόλου (με αρνητικό ρήμα)
- 06 τίποτα απολύτως, εντελώς άχρηστος, απελπιστικός, απαίσιος
Παραδείγματα
-
朝シャワーを浴びて、さっぱりしました。
Έκανα ένα πρωινό ντους και ένιωσα αναζωογονημένος.
-
彼は性格がさっぱりしているので、誰にでも好かれます。
Επειδή έχει ευθύ και ανοιχτόκαρδο χαρακτήρα, τον συμπαθούν όλοι.
-
長年の懸案だった問題が解決し、心の中がさっぱりとした気持ちになりました。
Το πρόβλημα που εκκρεμούσε για χρόνια λύθηκε, και ένιωσα μεγάλη ανακούφιση μέσα μου.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- さっぱりする
- Παρόν (ευγενικό)
- さっぱりします
- Άρνηση (απλή)
- さっぱりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- さっぱりしません
- Παρελθόν (απλό)
- さっぱりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- さっぱりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- さっぱりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- さっぱりしませんでした
- Τε-μορφή
- さっぱりして
- Δυνητική
- さっぱりできる
- Προστακτική
- さっぱりしろ
- Βουλητική
- さっぱりしよう
- Υποθετική (ば)
- さっぱりすれば
- Υποθετική (たら)
- さっぱりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- さっぱりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- さっぱりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- さっぱりしなさい
- Παθητική
- さっぱりされる
- Αιτιατική
- さっぱりさせる