ざっくり

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία κατά προσέγγιση, περίπου, αδρά, χονδρικά
  2. 02 ονοματοποιία με μία κοπή, με ορμή
  3. 03 ονοματοποιία βαθιά, ορθάνοιχτα
  4. 04 ονοματοποιία τραχύς (υλικό), χονδροειδής
  5. 05 ονοματοποιία ανεπίσημα (ένδυση), με άνεση

Κλίση

Παρόν (απλό)
ざっくりする
Παρόν (ευγενικό)
ざっくりします
Άρνηση (απλή)
ざっくりしない
Άρνηση (ευγενική)
ざっくりしません
Παρελθόν (απλό)
ざっくりした
Παρελθόν (ευγενικό)
ざっくりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ざっくりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ざっくりしませんでした
Τε-μορφή
ざっくりして
Δυνητική
ざっくりできる
Προστακτική
ざっくりしろ
Βουλητική
ざっくりしよう
Υποθετική (ば)
ざっくりすれば