ざらつく
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γίνομαι τραχύς (π.χ. στην υφή), αποκτώ ανώμαλη επιφάνεια, γίνομαι αμμώδης, γίνομαι σαν με άμμο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ざらつく
- Παρόν (ευγενικό)
- ざらつきます
- Άρνηση (απλή)
- ざらつかない
- Άρνηση (ευγενική)
- ざらつきません
- Παρελθόν (απλό)
- ざらついた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ざらつきました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ざらつかなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ざらつきませんでした
- Τε-μορφή
- ざらついて
- Δυνητική
- ざらつける
- Προστακτική
- ざらつけ
- Βουλητική
- ざらつこう
- Υποθετική (ば)
- ざらつけば
- Υποθετική (たら)
- ざらついたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ざらつきたい
- Απαγορευτική (~な)
- ざらつくな
- Προστακτική (ευγενική)
- ざらつきなさい
- Παθητική
- ざらつかれる
- Αιτιατική
- ざらつかせる