ざらにいる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι κοινός (για ανθρώπους), βρίσκομαι παντού

Κλίση

Παρόν (απλό)
ざらにいる
Παρόν (ευγενικό)
ざらにいます
Άρνηση (απλή)
ざらにいない
Άρνηση (ευγενική)
ざらにいません
Παρελθόν (απλό)
ざらにいた
Παρελθόν (ευγενικό)
ざらにいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ざらにいなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ざらにいませんでした
Τε-μορφή
ざらにいて
Δυνητική
ざらにいられる
Προστακτική
ざらにいろ
Βουλητική
ざらにいよう
Υποθετική (ば)
ざらにいれば