しくしく
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία κλαίω σιωπηλά, λυγίζω, με λυγμούς
- 02 ονοματοποιία με έναν συνεχή αμβλύ πόνο, με σπασμωδικό πόνο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- しくしくする
- Παρόν (ευγενικό)
- しくしくします
- Άρνηση (απλή)
- しくしくしない
- Άρνηση (ευγενική)
- しくしくしません
- Παρελθόν (απλό)
- しくしくした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- しくしくしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- しくしくしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- しくしくしませんでした
- Τε-μορφή
- しくしくして
- Δυνητική
- しくしくできる
- Προστακτική
- しくしくしろ
- Βουλητική
- しくしくしよう
- Υποθετική (ば)
- しくしくすれば
- Υποθετική (たら)
- しくしくしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- しくしくしたい
- Απαγορευτική (~な)
- しくしくするな
- Προστακτική (ευγενική)
- しくしくしなさい
- Παθητική
- しくしくされる
- Αιτιατική
- しくしくさせる