しくじる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποτυγχάνω, κάνω γκάφα, τα θαλασσώνω, τα κάνω μαντάρα
  2. 02 απολύομαι, παύομαι από τα καθήκοντά μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
しくじる
Παρόν (ευγενικό)
しくじります
Άρνηση (απλή)
しくじらない
Άρνηση (ευγενική)
しくじりません
Παρελθόν (απλό)
しくじった
Παρελθόν (ευγενικό)
しくじりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
しくじらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
しくじりませんでした
Τε-μορφή
しくじって
Δυνητική
しくじれる
Προστακτική
しくじれ
Βουλητική
しくじろう
Υποθετική (ば)
しくじれば