しけ込む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γλιστρώ κάπου κρυφά για σεξουαλικούς σκοπούς, συνευρίσκομαι ερωτικά με κάποιον
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κλείνομαι στο σπίτι, απομονώνομαι (λόγω έλλειψης χρημάτων)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- しけ込む
- Παρόν (ευγενικό)
- しけ込みます
- Άρνηση (απλή)
- しけ込まない
- Άρνηση (ευγενική)
- しけ込みません
- Παρελθόν (απλό)
- しけ込んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- しけ込みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- しけ込まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- しけ込みませんでした
- Τε-μορφή
- しけ込んで
- Δυνητική
- しけ込める
- Προστακτική
- しけ込め
- Βουλητική
- しけ込もう
- Υποθετική (ば)
- しけ込めば
- Υποθετική (たら)
- しけ込んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- しけ込みたい
- Απαγορευτική (~な)
- しけ込むな
- Προστακτική (ευγενική)
- しけ込みなさい
- Παθητική
- しけ込まれる
- Αιτιατική
- しけ込ませる