して遣る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω κάτι για κάποιον
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εξαπατώ, ξεγελώ, παγιδεύω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- して遣る
- Παρόν (ευγενικό)
- して遣ります
- Άρνηση (απλή)
- して遣らない
- Άρνηση (ευγενική)
- して遣りません
- Παρελθόν (απλό)
- して遣った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- して遣りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- して遣らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- して遣りませんでした
- Τε-μορφή
- して遣って
- Δυνητική
- して遣れる
- Προστακτική
- して遣れ
- Βουλητική
- して遣ろう
- Υποθετική (ば)
- して遣れば
- Υποθετική (たら)
- して遣ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- して遣りたい
- Απαγορευτική (~な)
- して遣るな
- Προστακτική (ευγενική)
- して遣りなさい
- Παθητική
- して遣られる
- Αιτιατική
- して遣らせる